αζηχής

ἀζηχής, -ές (Α)
1. ακατάπαυστος, αδιάκοπος, συνεχής
2. υπερβολικός
3. τραχύς, σκληρός
4. (το ουδέτερο ως επίρρημα) τὸ ἀζηχές
διαρκώς, συνεχώς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < *ἀζαεχὴς < - αθροιστικό + δια-εχὴς (< ἔχω
πρβλ. συνεχής), με τροπή τού φωνητικού συμπλέγματος δι (δψ) σε ζ
ο τ. απαντά συνήθως στα ομηρικά έπη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀζηχής — continuous masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀζηχεῖ — ἀζηχής continuous masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀζηχής continuous masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀζηχές — ἀζηχής continuous masc/fem voc sg ἀζηχής continuous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀζηχέας — ἀζηχής continuous masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀζηχέος — ἀζηχής continuous masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀζηχέι — ἀζηχέϊ , ἀζηχής continuous dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • seĝh-, seĝhi-, seĝhu- —     seĝh , seĝhi , seĝhu     English meaning: to hold, possess; to overcome smbd.; victory     Deutsche Übersetzung: “festhalten, halten; einen in Kampf ũberwältigen; Sieg”     Material: O.Ind. sáhatē “ mastered, is able, endures “, sáhas n.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.